«Ο Γιάννης Θεοδωράκης ήταν ένας γίγαντας αλλά κι ένας γεννηµένος αντιήρωας. Ήταν ένα φαινόµενο περιφρόνησης κάθε δηµόσιας αναγνώρισης και αξιώµατος. Υπερβολικά σπάταλος σε αισθήµατα, βαθιά περιφρονητικός απέναντι στα υλικά αγαθά, καταπληκτικός αφηγητής, που πάντα, όµως, έλεγε αντιηρωικές – αποµυθοποιητικές ιστορίες».
Με αυτά τα λόγια ο δηµοσιογράφος και πρώην βουλευτής Στέλιος Νικηφοράκης σκιαγράφησε την προσωπικότητα του δηµοσιογράφου και ποιητή Γιάννη Θεοδωράκη, σε µαγνητοσκοπηµένη παρέµβαση που πραγµατοποίησε στο πλαίσιο του µουσικο-ποιητικού αφιερώµατος µε τίτλο «Φωνές της Όµορφης Πόλης», που επιµελήθηκε η κόρη του Γιάννη Θεοδωράκη Μάρω και πραγµατοποιήθηκε το βράδυ του Σαββάτου στο Μουσείο Τυπογραφίας Γιάννη και Ελένης Γαρεδάκη.
Η µελωδική βραδιά ήταν ενταγµένη στο πλαίσιο των διήµερων επετειακών εκδηλώσεων για τη συµπλήρωση 20 χρόνων λειτουργίας του Μουσείου Τυπογραφίας στα Χανιά, οι οποίες ξεκίνησαν την Παρασκευή µε µια εσπερίδα και συνεχίστηκαν το πρωί του Σαββάτου µε εργαστήρι γραφιστικής στο Ι.Ε.Τ.
Την εκδήλωση άνοιξε µε αναφορά στην ιστορία και τη συµβολή του Μουσείου ο καθηγητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστηµίου Θεσσαλονίκης Αντώνης Σκαµνάκης, ενώ στη συνέχεια προβλήθηκε µαγνητοσκοπηµένο µήνυµα της οµότιµης καθηγήτριας του ΕΚΠΑ και τελευταίας συντρόφου του Γιάννη Θεοδωράκη, Τζέλας Βαρνάβα Σκούρα.
Η κα Σκούρα αναφέρθηκε στο δηµοσιογραφικό και ποιητικό έργο του Γιάννη Θεοδωράκη και την ανάδειξή τους µέσα από 3 συγκεντρωτικούς τόµους σε επιµέλειά της, ενώ παρουσίασε ένα µοναδικό ηχητικό ντοκουµέντο µε τον ποιητή να διαβάζει το ποίηµά του “Η συνάντηση”, αλλά και τον αδερφό του Μίκη να παίζει πιάνο και να τραγουδάει ένα από τα τελευταία ποιήµατα του Γιάννη που µελοποίησε.
ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΣΑΝ ΜΑΡΩ ΚΑΙ ΖΑΧΑΡΟΥΛΑ
Η βραδιά συνεχίστηκε µελωδικά µε ένα µουσικο-ποιητικό αφιέρωµα που επιµελήθηκε και παρουσίασε η Μάρω Θεοδωράκη, συγγραφέας, µουσικός και κόρη του Γιάννη Θεοδωράκη, µαζί µε τη Χανιώτισσα µουσικό και ηθοποιό Ζαχαρούλα Κληµατσάκη, τον µουσικό Αντώνη Ψυλλάκη και τον ∆ηµήτρη Πουλιδάκη από το Θεατρικό Εργαστήρι Μαρίας Λεκάκη, ο οποίος απάγγειλε ποιήµατα.
Πριν ξεκινήσει η παράσταση, η κα Θεοδωράκη εξέφρασε τη συγκίνησή της για το τιµητικό αυτό αφιέρωµα στον πατέρα της, µίλησε για τη σχέση της µε τα Χανιά, που “χτίστηκε” από τα παιδικά της χρόνια, ενώ εξέφρασε τον θαυµασµό της για το Μουσείο. «Είµαι χαρούµενη που έγινε πράξη, το να κάνουµε ένα αφιέρωµα στον Γιάννη Θεοδωράκη. Όχι επειδή είναι πατέρας µου ή επειδή έχω τη ρίζα. Αλλά επειδή θεωρώ ότι πρέπει να ακουστεί ξανά το τραγούδι και ο ποιητικός του λόγος».
ΡΙΖΙΤΕΣ
Ξεχωριστή στιγµή στη βραδιά, η απόδοση του ριζίτικου «Σε ψηλό βουνό» από την παραδοσιακή παρέα της Νέας Κυδωνίας, ένα ριζίτικο που αγαπούσε ιδιαίτερα ο Γιάννης Θεοδωράκης, ο οποίος µάλιστα συµµετείχε στις συναντήσεις της παρέας όταν τα καλοκαίρια παραθέριζε στον Γαλατά.
Να σηµειώσουµε τέλος ότι οι διήµερες εκδηλώσεις για τη συµπλήρωση 20 ετών λειτουργίας του Μουσείου στα Χανιά, έγιναν υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισµού, µε υποστηρικτές τον ∆ήµο Αποκορώνου και το ξενοδοχείο Porto Veneziano.
Η οµιλία του Στέλιου Νικηφοράκη
«‘‘Άµε καλέ µου στο καλό και να καλοστρατήσεις’’. Με αυτό το µισό στίχο του ριζίτικου της στράτας αποχαιρετούσα πριν από 30 παρά κάτι χρόνια του Γιάννη Θεοδωράκη. Ο στίχος µεστός και ζεστός. Μισή αλλά παγωµένη η καρδιά µου. Αµε καλέ στο καλό και να καλοστρατήσεις και πίσω να γυρίσεις… είναι η συνέχειά του. Αυτό το πίσω να γυρίσεις που ολοκληρώνει το ριζίτικο πραγµατική µαχαιριά. Γιατί αφορούσε µόνο τη δική µας, τη δική µου ψυχική ανάγκη. Ήταν η απόλυτη άρνηση αποδοχής του οριστικού, του αµετάκλητου αποχωρισµού.
Τριάντα κοντά χρόνια τώρα, αλήθεια πόσο αµείλικτα τρέχει ο χρόνος, κάθε φορά που φέρνω στο νου µου τον Γιάννη, νοιώθω τους σφυγµούς µου λειψούς και µια γιγαντιαία βαριά σκιά να πέφτει πάνω µου να µε κυκλώνει. Καλή ώρα σαν και τώρα. Γιατί ο Γιάννης ήταν πραγµατικά ένας γίγαντας αλλά και ένας γεννηµένος αντιήρωας. Ήταν ένα φαινόµενο περιφρόνησης για κάθε δηµόσιες αναγνωρίσεις και δόξες, για κάθε αξίωµα.
Υπερβολικά σπάταλος σε αισθήµατα, βαθιά περιφρονητικός για υλικά αγαθά, καταπληκτικός αφηγητής. Κρεµόσουν από τα χείλη του κυριολεκτικά. Αλλά πάντα έλεγε αντιηρωϊκές ιστορίες αποµυθοποιητικές. Πολλές φορές µπερδευόσουν. Μπερδευόµαστε όλοι δηλαδή. Αν σου µιλάει σοβαρά, ή θα καταλήξει σε ένα παραµύθι ή σε µία παραβολή ξεκαρδιστική για δεξιούς συντηρητικούς ή κοµµουνιστές συντρόφους.
Κάτοικος Γαλατά τα καλοκαίρια στο σπίτι των γονιών του, αυτό µπήκα στον πειρασµό να το πω αλλά θεώρησα ότι πρέπει να το πω, ο βαµµένος πράσινος γείτονάς του παραπονιέται για τις διακοπές νερού που συµβαίνουν συχνά πυκνά στο χωριό. Ελπίζω τώρα να έχουν σταµατήσει.
Κατάλαβες του λέει ο Γιάννης γιατί εγώ θα ψηφίσω Μητσοτάκη; ∆εν ντρέπεσαι να το λες και δηµόσια εσύ µωρέ Γιάννη, ολόκληρος Θεοδωράκης; Γιάντα µωρέ θα ψηφίσεις τον Μητσοτό; Θα σου πω, αλλά µην το πεις σε κανένα, κουβέντα δεν θέλω να πεις γιατί έχω δεσµευτεί στον Μητσοτάκη να το πω εγώ στο καφενείο. Πράµα δε λέω, αλλά για πες µου. Άκου λοιπόν. Μόλις γίνει πρωθυπουργός, έχει δεσµευτεί ότι σε κάθε σπίτι του χωριού θα βάλει δυο βρύσες. Με έξοδα του κράτους. Που δεν θα σταµατήσουνε να τρέχουν νερό ποτές τωνε. Και γιάντα µωρέ θα βάλει δυο βρύσες; ρωτάει ο καχύποπτος καταπράσινος γείτονας. Μας φτάνει κι η µια -συνεχίζει- απού ‘χοµε εδά στους νεροχύτες µας. Φτάνει να τρέχει µόνο. Γιάε, του λέει ο Γιάννης, µια ήθελε να βάλει αυτός αλλά εγώ τον έψησα να βάλει δυο και µου το υποσχέθηκε κιόλας. Μια για να τρέχει το νερό και η άλλη µε το που την ανοίγεις θα πετά παγάκια για να πίνουµε τα ουίσκι µας. Τη συνέχεια της ιστορίας, που είναι 100% πραγµατική των διαλόγων που ακολούθησαν την αφήνω σε εσάς.
Κάτοικος Γαλατά τα καλοκαίρια, γινόταν ένα µε τους συγχωριανούς του και το απολάµβανε. Έπαιρνε δύναµη, ζωή και έµπνευση από την κοινωνία του χωριού του και το πατρογοινικό του σπίτι, τη µεγάλη αδυναµία του. Εκπληκτικός µάγειρας. Αξέχαστες µοναδικές βραδιές στις µόνιµα στρωµένες τάβλες του όµορφου κήπου του. Με αχνιστό βραστό από στείρα κατσίκα δίγενη όπως δήλωνε ο ίδιος µε υπερηφάνεια. Με τη µυρωδιά του µαρουβά ανακατεµένη µε τα αρώµατα των γιασεµιών, κουβέντες και χωρατά, ιστορίες και µύθοι ατελείωτοι. Μέχρι να ξηµερώσει. Νύχτες µοναδικές, στιγµές ανεπανάληπτες, που µε κάνουν να αισθάνοµαι πραγµατικά ευλογηµένος γιατί αξιώθηκα να τις ζήσω, δίπλα σε ένα τόσο µεγάλο και πολυτάλαντο άνθρωπο.
Στιγµές που εξακολουθούν να νοτίζουν µέχρι σήµερα και µέχρι τέλους τη ζωή µου. Θυµάµαι τους στίχους του Γιάννη. Ο Ευτύχης, λέει ο στίχος, σκαλίζοντας στον αθάνατο ηµεροµηνίες, µου είπε: Με τα παραµύθια και τα ξενύχτια διπλασιάστηκε η ζωή µας. Αυτή ήταν η ικανότητα του Γιάννη. Να µεταπλάθει τη θεωρία του για τη ζωή σε τέχνη, µε τρόπο λιτό, κατανοητό και απέριττο. Και βέβαια κάθε µέρα στο αγαπηµένο του Πανόραµα, για να αγναντεύει τη δύση στο κρητικό πέλαγος, να µυρίζει την αλµύρα του, να αναστοχάται, να εµπνέεται και κάποιες φορές να γράφει. Έγραφε ποιήµατα. Όχι για να τα µελοποιήσει ο µεγάλος Μίκης, ούτε για να διεκδικήσει τον τίτλο του ποιητή. Έγραφε µόνο γι’ αυτόν και µόνο από εσωτερική ανάγκη. Γι’ αυτό τα παρατούσε δεξιά αριστερά, εδώ κι εκεί. Σκόρπια χειρόγραφα, ή δακτυλόγραφα, από τη θρυλική Μαρίτσα, τη γραφοµηχανή του. Πολλά από αυτά σώθηκαν από την έγνοια του Μίκη. Τ’ αναµάζευε, πεταµένα, από δω από κει για να ντύσει τους στίχους του µικρού του αδελφού µε τις µοναδικές του µελωδίες. Αν ο Μίκης ήταν ο ορµητικός άνεµος που είναι, που ξεσήκωνε λαοθάλασσες σε ολόκληρο τον κόσµο, ο Γιάννης ήταν η ήρεµη ρίζα που κρατούσε το δένδρο όρθιο στις καταιγίδες.
Ο Γιάννης δεν ήταν απλώς ο µικρός αδελφός του Μίκη. Ηταν ο εξ απορρήτων, ο φύλακας άγγελος. Ο ποιητής που διάλεξε να ζει στις σκιές για να λάµπει το εκτυφλωτικό φως της δηµιουργίας του αδελφού του. Αν ο Μίκης ήταν ο ήλιος που µας τύφλωνε µε το φως του, ο Γιάννης ήταν το ολόγιοµο φεγγάρι, που πάντα επέλεγε να κρύβεται πίσω από τα σύννεφα.
Κυρίες και κύριοι,
Βρισκόµαστε σήµερα εδώ, όχι για να µετρήσουµε τα χρόνια του φευγιού του. Αλλά για να δούµε µε καθαρή µατιά το κενό της απουσίας του. Θα σ’ αγαπώ, θα ζω µες στο τραγούδι. Θα µ’ αγαπάς, θα ζεις µε τα πουλιά. Θα σ’ αγαπώ, θα γίνοµαι τραγούδι, Θα µ’ αγαπάς θα γίνοµαι πουλιά.
Τριάντα περίπου χρόνια τώρα, τριάντα χρόνια µετά τα δάκρυά µας ακριβέ µου φίλε είναι ακόµα ζεστά. Ζεις και θα ζεις. Εκτός από τη µνήµη µας, µέσα στην όµορφη πόλη που έφτιαξες. Ζεις και θα ζεις κάθε φορά που ένας νέος θα ερωτεύεται µε τους στίχους σου ή που θα αγωνίζεται για ένα καλύτερο κόσµο. Περήφανος καβαλάρης του χρόνου ταξιδεύεις σε βουνά και για ποια πελάγη απλωµένος.
Ένα θερµό ευχαριστώ για την προσέλευση και την προσοχή σας. Μια βαθιά συγγνώµη από τον Γιάννη που η ελαχιστότητά µου, µε περίσσιο θράσος µέσα από λίγες σκόρπιες και αχνές σκέψεις προσπάθησα να αποτυπώσω τµήµα του προφίλ του, στον καµβά της αποψινής εκδήλωσης. Τέλος, ως Χανιώτης πολίτης, ειλικρινής και βαθιά ευγνωµοσύνη στη Λίλη και στον Γιάννη Γαρεδάκη που µε προσωπικό υψηλό από κάθε άποψη κόστος, έκτισαν ένα υπερσύγχρονο ορυχείο, από το οποίο εξορύσσεται ό,τι πιο πλούσιο, σπάνιο και πολύτιµο µέταλλο διαθέτει ο Νοµός µας. Τον πολιτισµό µας».