Μια νέα επισκόπηση στοιχείων δείχνει ότι τα ευρέως γνωστά φάρμακα τιρζεπατίδη (Zepbound) και σεμαγλουτίδη (Wegovy) είναι και τα δύο ασφαλή και αποτελεσματικά στο να βοηθούν τους παχύσαρκους να χάσουν κιλά.
Η ανασκόπηση διαπίστωσε επίσης ότι ένα φάρμακο GLP-1 που βρίσκεται ακόμη υπό ανάπτυξη, το οποίο ονομάζεται ρετατρουτίδη, μπορεί να είναι πιο αποτελεσματικό από το Zepbound ή το Wegovy.
«Διαπιστώσαμε ότι, από τα 12 φάρμακα GLP-1 που εντοπίστηκαν από την έρευνά μας, η μεγαλύτερη μέση μείωση του σωματικού βάρους αναφέρθηκε σε τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές της ρετατρουτίδης, της τιρεζεπατίδης και της σεμαγλουτίδης», κατέληξε η ερευνητική ομάδα με επικεφαλής τον Δρα Μαρκ Άιζενμπεργκ, καθηγητή ιατρικής στο Πανεπιστήμιο McGill στο Μόντρεαλ του Καναδά.
Τα φάρμακα GLP-1, που αναπτύχθηκαν αρχικά για τη θεραπεία του διαβήτη, βοηθούν τους ανθρώπους να χάσουν βάρος επιβραδύνοντας την πέψη στο στομάχι και στέλνοντας σήματα στον εγκέφαλο που δείχνουν ότι το άτομο έχει φάει αρκετά και αισθάνεται χορτάτο.
Τα φάρμακα μιμούνται μια ορμόνη που εκκρίνεται από το λεπτό έντερο όταν οι άνθρωποι τρώνε τροφή.
Για τη νέα επισκόπηση των στοιχείων, οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από 26 προηγούμενες κλινικές δοκιμές των φαρμάκων, στις οποίες συμμετείχαν σχεδόν 15.500 συμμετέχοντες.
Σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, τα δεδομένα έδειξαν ότι:
Τα φάρμακα αυτά λαμβάνονται μία φορά την εβδομάδα, με ένεση.
Συγκριτικά, το εγκεκριμένο από τον FDA φάρμακο λιραγλουτίδη οδήγησε σε απώλεια βάρους μόλις λίγο κάτω από 6% μετά από 26 εβδομάδες, διαπίστωσαν οι ερευνητές.
Οι συνήθεις ανεπιθύμητες παρενέργειες από τα φάρμακα περιλάμβαναν ναυτία, έμετο, διάρροια και δυσκοιλιότητα. Σπάνιες ήταν ωστόσο παρενέργειες που να αναγκάσουν τους ασθενείς να διακόψουν τη θεραπεία.
Οι ερευνητές σημείωσαν ότι ένα μειονέκτημα των φαρμάκων είναι ότι οι άνθρωποι πρέπει να συνεχίσουν να τα παίρνουν, για να μην ξαναπαχύνουν.
«Στη συστηματική μας ανασκόπηση, (οι κλινικές δοκιμές) με μεγαλύτερη διάρκεια θεραπείας έχουν παρόμοια αποτελέσματα απώλειας βάρους με εκείνες με μικρότερη διάρκεια παρακολούθησης, ενισχύοντας την άποψη ότι μπορεί να απαιτείται συνεχής θεραπεία», έγραψαν οι ερευνητές.