Νέα δεδομένα στις ρυθμίσεις δανείων φέρνει στην εγχώρια αγορά η εφαρμογή για πρώτη φορά μετά τη νομοθέτησή του πριν από οκτώ χρόνια του θεσμού της τραπεζικής διαμεσολάβησης. Πρόκειται για μια εναλλακτική προσέγγιση αναδιάρθρωσης οφειλών, με φιλικό προφίλ, που μπορεί να αποφέρει σημαντικά οφέλη σε τράπεζες και δανειολήπτες, «τραυματίζοντας» το λιγότερο δυνατόν τις μεταξύ τους σχέσεις.4. Ο διαμεσολαβητής αμείβεται για την υπηρεσία που παρέχει με 100 ευρώ την ώρα και το κόστος επιμερίζεται και στις δύο πλευρές (50% τράπεζα – 50% πελάτης). Η συνήθης διάρκεια είναι από τρεις ως πέντε ώρες (δηλαδή το κόστος κυμαίνεται από 300 ως 500 ευρώ (50%-50%).
Η επιλογή του θεσμού της τραπεζικής διαμεσολάβησης μπορεί να αποφέρει σημαντικά οφέλη για τον δανειoλήπτη. Οπως επισημαίνουν τραπεζικές πηγές, κατ’ αρχήν πρόκειται για μια άμεση, οριστική και πιο οικονομική λύση σε σχέση με την προσφυγή σε δικαστικά μέσα. Εξίσου σημαντικό είναι πως αναστέλλει την παραγραφή – αποσβεστική προθεσμία άσκησης αξιώσεων καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Αυτό σημαίνει ότι όσο διαρκεί η διαμεσολάβηση η τράπεζα αναστέλλει τυχόν ενέργειες που μπορεί να έχουν δρομολογηθεί εναντίον του.
Επιπλέον, ο πελάτης αποφεύγει τη δημοσιοποίηση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, όπως γίνεται π.χ. με τις αναγγελίες των πλειστηριασμών, ενώ δεν χαρακτηρίζεται μη συνεργάσιμος δανειολήπτης. Τέλος, εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία, δεν αποκτά πρόσθετες επιβαρύνσεις προς την τράπεζα, πλην εκείνων που είχε ούτως ή άλλως προτού ξεκινήσει η διαμεσολάβηση.
Από την άλλη πλευρά, η διαμεσολάβηση συμφέρει και τις τράπεζες, καθώς κλείνουν γρήγορα και με πολύ χαμηλό κόστος υποθέσεις οι οποίες στο σύνολό τους ήταν προβληματικές.
Ο «κανόνας» μέχρι στιγμής είναι πως στις υποθέσεις που καταλήγουν σε διαμεσολάβηση καταγράφονται υψηλά ποσοστά επιτυχίας. Με τον τρόπο αυτόν τα πιστωτικά ιδρύματα βελτιώνουν τους δείκτες μη εξυπηρετούμενων δανείων και αυξάνουν τις πιθανότητες οι οφειλές που κατέληξαν σε ρύθμιση να μην επιστρέψουν στη «δεξαμενή» των προβληματικών ανοιγμάτων.